ΣΤΕ 2151/2017 : Η διάταξη που προβλέπει το πρόστιμο των 10.500 € για την αδήλωτη εργασία είναι εντός νομοθετικής εξουσιοδότησης και δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας

Με την 293/2016 απόφαση του Διοικητικού ΠρωτοδικείουΛαμίας υποβλήθηκαν προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με ορισμένες διατάξεις τουν. 3996/2011 «Αναμόρφωσητου Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, ρυθμίσεις θεμάτων Κοινωνικής Ασφάλισης καιάλλες διατάξεις» και της 27397/122/19.8.2013κοινήςυπουργικής απόφασης που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του αρ. 24 παρ. 4 και 5αυτού. Ο νόμος αυτός προέβλεπε, μεταξύ άλλων, πρόστιμα για περιπτώσειςπαραβίασης των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας καθώς τη διαδικασία επιβολήςτους. Επίσης, στα αρ. 24 παρ. 4 ορίζονταν η έννοια των ευθέως αποδεικνυόμενωνπαραβάσεων, με παράθεση καταλόγου και παρέχονταν εξουσιοδότηση έκδοσης απόφασηςτου Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κάθε θέμα σχετικό με τηνεφαρμογή της παρούσας παραγράφου, η συμπλήρωση των παραβάσεων όσο και ηεισαγωγή εξαιρέσεων από αυτή. Επίσης, στην παρ. 5 παρέχονταν εξουσιοδότηση στονίδιο Υπουργό για έκδοση απόφασης με την οποία κατηγοριοποιούνται οι παραβάσεις,καθορίζεται και ανακαθορίζεται το ύψος του προστίμου σε περίπτωση παραβίασηςτης εργατικής νομοθεσίας.  Σε εκτέλεση των ανωτέρω εξουσιοδοτικώνδιατάξεων εκδόθηκε η 27397/122/19.8.2013 κοινήαπόφαση του Υπουργού και του Υφυπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης καιΠρόνοιας Υπουργική στην οποία, μεταξύ άλλων, προβλέφθηκε ότι η μη αναγραφήεργαζομένου άνω των 25 ετών στον τηρούμενο από τον εργοδότη πίνακα προσωπικούαποτελεί ευθεία παράβαση και επιβάλλεται πρόστιμο κατά δεσμία αρμοδιότητα, τοοποίο ανέρχεται στο ποσό των 10.549,44 ευρώ (το 18πλάσιο του κατώτατου μισθού). 


Το Δικαστήριο ερωτήθηκε: 

α) αν οι εξουσιοδοτικές διατάξεις του ν. 3996/2011 είναιειδικές και ορισμένες, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, 

β) εάν η διάταξη της Υπουργικής Απόφασης που ορίζει ότι στην ανωτέρω περίπτωση(μη αναγραφής εργαζομένου) επιβάλλεται πρόστιμο κατά δεσμία αρμοδιότητακαι 

γ) εάν το ύψος του προστίμου (10.549,44 ευρώ) παραβιάζει την αρχή τηςαναλογικότητας.

Το Δικαστήριο, κατ’ αρχάς έκρινε ότι πρόκειται για ζήτημα «γενικοτέρουενδιαφέροντος» που έχουν συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων Στη συνέχειαέκρινε ότι η ασκηθείσα παρέμβαση είναι απαράδεκτη γιατί στην υπόθεση στην οποίαείναι διάδικος η παρεμβαίνουσα, το πρόστιμο επιβλήθηκε κατ’ εφαρμογήδιαφορετικής υπουργικής απόφασης που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση διαφορετικήςδιάταξης και από διαφορετικά όργανα.

Ως προς τα προδικαστικά ερωτήματα, το Δικαστήριο έκρινε: 

α) i. Η εν λόγω εξουσιοδότηση, ανεξαρτήτως του εύρους της, είναι ειδική καιορισμένη. Περιέχει συγκεκριμένο προσδιορισμό των προς ρύθμιση θεμάτων παρέχεταιδε αρμοδιότητα στον Υπουργό να καθορίσει και άλλες τέτοιου είδους παραβάσεις.Προκειμένου δε να χαρακτηρισθεί από τον κανονιστικό νομοθέτη μία παράβαση τηςεργατικής νομοθεσίας ως «ευθέως αποδεικνυόμενη, αρκεί αυτή να έχει τονχαρακτήρα της τυπικής παράβασης, αρκεί, δηλαδή, η εκ μέρους του αρμόδιουοργάνου απλή διαπίστωση των αντικειμενικών στοιχείων κατά τη διάρκεια τουεπιτόπιου ελέγχου. 

ii. Η παροχή εξουσιοδότησης προς συμπλήρωση του καταλόγου των «ευθέωςαποδεικνυομένων» παραβάσεων αφορά θέμα που περιέχεται κατά βάση στη διάταξη τουεδαφίου α΄ της παρ. 4 τουάρθρου 24 του ν. 3996/2011.Συνεπώς, η συμπλήρωση αυτή αποτελεί ειδικότερη ρύθμιση του άρθρου 43 παρ. 2 εδ.β΄ του Συντάγματος, οπότε μπορεί να ανατεθεί σε άλλο όργανο της Διοίκησης εκτόςτου Προέδρου της Δημοκρατίας.

β) Η ανωτέρω διάταξη της Υπουργικής απόφασης βρίσκεται εντός των ορίωντης εξουσιοδοτικής διάταξης καθόσον:

i) η εν λόγω παράβαση πληροί την προϋπόθεση της τυπικής παράβασης, καθόσονερείδεται στην απλή διαπίστωση του αντικειμενικού γεγονότος της μη καταχώρισηςτου εργαζομένου στον τηρούμενο στην επιχείρηση πίνακα προσωπικού, 

ii) η ίδια ως άνω παράβαση αποτελεί εξειδίκευση της θεσπιζομένης από το άρθρο 16 παρ.1τουν. 2874/2000 υποχρέωσης του εργοδότου να αναρτά σε εμφανέςσημείο του τόπου εργασίας των απασχολούμενων σε αυτόν μισθωτών πίνακα με πλήρεςπεριεχόμενο, περιέχοντα τα οριζόμενα από το νόμο στοιχεία (ονοματεπώνυμο,ονοματεπώνυμο πατέρα και μητέρα, οικογενειακή κατάσταση, ειδικότητα, ημερομηνίαπρόσληψης) των εργαζομένων και 

iii) η προαναφερθείσα παράβαση έχει άμεση σχέση με τη θεσπιζόμενη από το άρθρο 26 παρ. 9 περ.στ΄ του ΑΝ 1846/1951, όπως ίσχυε, υποχρέωσης του εργοδότου να καταχωρίσεισε ειδικό βιβλίο τους νεοπροσλαμβανόμενους από αυτόν εργαζομένους.

γ) το ύψος του προστίμου δεν αντίκειται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 25παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητος. Και τούτο διότι: 

i. έχει υπαγορευθεί από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοισυνίστανται στην αποτελεσματική καταπολέμηση του φαινομένου της αδήλωτηςεργασίας

ii. με τη διάταξη αυτή δεν θεσπίζεται κύρωση προδήλως απρόσφορη, ούτε ηπροβλεπόμενη κύρωση υπερακοντίζει τον επιτακτικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος,τον οποίο αποβλέπει να εξυπηρετήσει, δεδομένου ότι με το σοβαρό ύψος τουπροβλεπόμενου προστίμου επιδιώκεται τόσο ο αυστηρός κολασμός του συγκεκριμένουπαραβάτη, όσο και η αποτροπή της παράνομης πρακτικής της αδήλωτης εργασίας απότους λοιπούς εργοδότες, ενώ το ύψος του προστίμου δεν δύναται, να θεωρηθεί ωςπροδήλως δυσανάλογο για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

iii. το ύψος του εν λόγω προστίμου ευλόγως συναρτάται με το υψηλό ποσοστό στοοποίο, κατά τα προαναφερθέντα, έχει ανέλθει η αδήλωτη εργασία, ο δε αριθμός των18 μηνών που τίθεται ως πολλαπλασιαστής για τον προσδιορισμό του και κατά τηνεκτίμηση του κανονιστικού νομοθέτη, η οποία δεν αμφισβητείται, αποτελεί τονχρόνο που οι εργαζόμενοι απασχολούνται, κατά μέσο όρο, χωρίς να έχουν δηλωθεί,δεν δύναται να θεωρηθεί ότι αποτελεί κριτήριο απρόσφορο για τον προσδιορισμότου προστίμου σε ποσό που εξυπηρετεί τον επιδιωκόμενο σκοπό της πάταξης τηςαδήλωτης εργασίας, ή ότι υπερακοντίζει, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας,τον ανωτέρω σκοπό.

Μειοψηφία:

Η επιβολή του προστίμου αποτελεί πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο για την επίτευξητου δημοσίου συμφέροντος σκοπού της καταπολέμησης της αδήλωτης εργασίας.Αντίκειται όμως στην αρχή της εν στενή εννοίας αναλογικότητος, λαμβανομένων υπ’όψιν των συνεπειών της επιβολής του προστίμου σε μικρές επιχειρήσεις, δοθέντοςμάλιστα ότι η επιλογή 18 μηνών εργασίας, ως στοιχείου υπολογισμού τουπροστίμου, δεν τεκμηριώνεται από τα στοιχεία του φακέλου και παρίσταται, ως εκτούτου, αυθαίρετη.

ΣτΕ 2151/2017 Δ’ Τμήμα 7μ (απόσπασμα)

2. Επειδή, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Λαμίας, με την υπ’ αριθ. 293/2016 απόφασήτου, αφού απέρριψε την προσφυγή κατά το μέρος που εστρέφετο κατά του ανωτέρω υπ’αριθ. 83/28.4.2014 δελτίου ελέγχου, με την αιτιολογία ότι το δελτίο αυτόεστερείτο εκτελεστότητος, υπέβαλε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατ’ εφαρμογήτου άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010 ταακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα: α) αν οι εξουσιοδοτικές διατάξεις των παρ. 4και 5 του άρθρου 24 του ν. 3996/2011,κατ’ επίκληση των οποίων εκδόθηκε η ανωτέρω υπ’ αριθ. 27397/122/19.8.2013 κοινήυπουργική απόφαση είναι ειδικές και ορισμένες, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 2του Συντάγματος, β) αν η διάταξη του άρθρου 1 της ίδιας υπουργικής απόφασης,στην οποία προβλέπεται ότι ο Επιθεωρητής Εργασίας όταν διαπιστώσει τη μηαναγραφή εργαζομένου στον τηρούμενο από τον εργοδότη πίνακα προσωπικούεπιβάλλει πρόστιμο κατά δεσμία αρμοδιότητα, κείται εντός των ορίων τηςεξουσιοδότησης που παρέχεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις και γ) αν τοπροβλεπόμενο από την ίδια διάταξη του άρθρου 1 της εν λόγω υπουργικής απόφασηςπρόστιμο ύψους 10.549,44 ευρώ για την προαναφερθείσα παράβαση παραβιάζει τηναρχή της αναλογικότητος.

3. Επειδή, με την από 14.10.2016 πράξη του Προέδρου του Δ΄ Τμήματος τουΣυμβουλίου της Επικρατείας, η υπόθεση εισάγεται στην επταμελή σύνθεση τουΤμήματος λόγω σπουδαιότητος.

4. Επειδή, έχουν διενεργηθεί νομίμως οι προβλεπόμενες από τα άρθρα 1 παρ. 1εδαφ. β΄ και 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010 δημοσιεύσεις.

5. Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3900/2010 (Α΄213), εισήχθη ο θεσμός της «δίκης - πιλότου» ενώπιον του Συμβουλίου τηςΕπικρατείας σε θέματα που, ως εκ της φύσεώς τους, έχουν γενικότερο ενδιαφέρονκαι, συνεπώς, αναμένεται να προκαλέσουν σημαντικό αριθμό διαφορών, με τονκίνδυνο να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις και να υπάρξει σημαντική καθυστέρησηγια τους διαδίκους ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Ειδικότερα,κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, όπως ισχύουν, η υποβολή προδικαστικούερωτήματος από τακτικό διοικητικό δικαστήριο στο Συμβούλιο της Επικρατείας για«ζήτημα γενικοτέρου ενδιαφέροντος» προϋποθέτει ότι το διοικητικό δικαστήριο, ωςαρμόδιο κατ’ αρχήν επί της συγκεκριμένης διαφοράς, έχει ασκήσει πράγματι την αρμοδιότητάτου και έχει διαγνώσει ότι η επίλυση του εν λόγω ζητήματος είναι αναγκαία γιατην έκδοση οριστικής αποφάσεως. Περαιτέρω, ο χαρακτήρας του ζητήματος ως«γενικοτέρου ενδιαφέροντος» πρέπει να αναδεικνύεται με την απαραίτητη σαφήνεια,ούτως ώστε το Ανώτατο Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει αποτελεσματικά, τηναντίστοιχη δική του αρμοδιότητα ελέγχοντας ευχερώς ποιά από τα ζητήματα που τουπαραπέμπονται παρουσιάζουν πραγματικά γενικότερο ενδιαφέρον και συμβάλλοντας,με την επίκαιρη επίλυσή τους, στην ενότητα της νομολογίας και την ασφάλειαδικαίου. Συνεπώς, το τακτικό διοικητικό δικαστήριο που διατυπώνει προδικαστικόερώτημα πρέπει, στην απόφαση του, αφ’ ενός μεν να παραθέτει και να τεκμηριώνειτους λόγους, για τους οποίους το ζήτημα ή τα ζητήματα που ανέκυψαν στην αχθείσαενώπιόν του διαφορά και αποτελούν το αντικείμενο του ερωτήματος είναι, όπωςορίζει ο νόμος, «γενικότερου ενδιαφέροντος με συνέπειες για ευρύτερο κύκλοπροσώπων», αφ’ ετέρου δε να αναδεικνύει επαρκώς, με την παράθεση των -νομίμωςαποδειχθέντων- πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως καθώς και του εφαρμοστέουνομοθετικού πλαισίου ότι το ζήτημα, για το οποίο υποβάλλεται το ερώτημα,ανακύπτει πράγματι στην ενώπιόν του διαφορά, δηλαδή ότι είναι κρίσιμο για τηνεπίλυσή της (ΣτΕ Ολομ. 1841-3/2013), χωρίς να απαιτείται να λαμβάνει, καιμάλιστα αιτιολογημένα, θέση επί του νομικού ζητήματος που τίθεται με αυτό, ανκαι κάτι τέτοιο είναι σκόπιμο, προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης(ΣτΕ 2182/2015 επταμ., 761, 2282/2014 επταμ., 1470/2016 Ολομ.).   

6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Λαμίας με τηνυπ’ αριθμ. 293/2016 απόφασή του, υπέβαλε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατ’επίκληση του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010,τα προδικαστικά ερωτήματα που αναφέρθησαν στη σκέψη 2. Σε ό,τι αφορά τον χαρακτήρατων τιθεμένων με τα εν λόγω ερωτήματα ζητημάτων ως «γενικοτέρου ενδιαφέροντος»που έχουν συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων, το ανωτέρω δικαστήριο εδέχθηότι α) το ένδικο πρόστιμο μπορεί εν δυνάμει να επιβληθεί σε εργοδότες,απογεγραμμένους ή όχι στο Ι.Κ.Α. σε ολόκληρη την επικράτεια, β) ήδη εκκρεμείπλήθος αναλόγων υποθέσεων στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, τα οποία έχουν ήδηεκδόσει αντιφατικές αποφάσεις.

7. Επειδή, παραδεκτώς, με βάση τα κριτήρια που ανεφέρθησαν στη σκέψη 5,υπεβλήθησαν τα ανωτέρω προδικαστικά ερωτήματα στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ηδε επίλυσή τους παρίσταται κρίσιμη για την έκβαση της δίκης.

8. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη της υποπαραγράφου γ΄ της παραγράφου 1 τουάρθρου 1 του ν. 3900/2010, στην πιλοτική δίκη ενώπιον του Συμβουλίου τηςΕπικρατείας μπορεί να παρέμβει κάθε διάδικος σε εκκρεμή δίκη στην οποίαανακύπτει το ίδιο νομικό ζήτημα που τίθεται με το ένδικο βοήθημα που έχειεισαχθεί στο Δικαστήριο κατά τα αναφερθέντα στις προηγούμενες σκέψεις. Ενπροκειμένω, στην παρούσα ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δίκηπαρεμβαίνει η Ο.Ε. με την επωνυμία «………..», η οποία προβάλλει και αποδεικνύειότι είναι διάδικος σε εκκρεμή δίκη ενώπιον του Διοικητικού ΠρωτοδικείουΘεσσαλονίκης επί προσφυγής της κατά πράξης επιβολής προστίμου που εκδόθηκε σεβάρος της από όργανα της Ειδικής Υπηρεσίας Ελέγχου Ασφάλισης, κατ’ εφαρμογή τηςυπ’ αριθ. Φ.11321/1115/802/2014 κοινής απόφασης του Υπουργού και του ΥφυπουργούΕργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας (Β΄ 1551), η οποία εκδόθηκε κατ’επίκληση τόσο του άρθρου 24 του ν. 3996/2011 όσοκαι του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 4255/2014.Η παρέμβαση, όμως, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι με αυτή δεντίθεται το ίδιο νομικό ζήτημα που τίθεται με το ένδικο βοήθημα που έχειεισαχθεί στο Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 293/2016 απόφαση του ΔιοικητικούΠρωτοδικείου Λαμίας. Τούτο δε διότι η τελευταία αυτή υπουργική απόφαση, έστωκαι αν περιέχει όμοιες ρυθμίσεις με αυτές της υπ’ αριθ. 27397/122/1.19.8.2013κοινής υπουργικής απόφασης προβλέπει την επιβολή προστίμου σε βάρος τουεργοδότου από διαφορετικά όργανα (ελεγκτές της Ε.ΥΠ.Ε.Α. και αρμόδιουςυπαλλήλους του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), έχει δε εκδοθεί και κατ’ επίκληση εξουσιοδοτικήςδιατάξεως διαφορετικής (άρθρο 20 παρ. 2 του ν. 4255/2014)από τη διάταξη κατ’ εξουσιοδότηση της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω υπ’ αριθ. 27397/122/19.8.2013 κοινήυπουργική απόφαση, το κύρος της οποίας δεν αποτελεί αντικείμενο εξετάσεως στηνπαρούσα δίκη.

9. Επειδή, στο άρθρο 26 παρ. 9 του ΑΝ 1846/1951 (Α΄179) ορίζετο ότι: «Προς εξακρίβωσιν των εκάστοτε υπαγομένων εις την ασφάλισηνπροσώπων, του αριθμού τούτων και των καταβλητέων εισφορών, οι εργοδόταιυποχρεούνται α.....στ. (όπως προσετέθη με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2556/1997 -Α΄ 270, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3232/2004 -Α΄ 48 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο) αα. Να καταχωρίζουν στοΕιδικό Βιβλίο Καταχώρισης Νεοπροσλαμβανομένου Προσωπικού τους μισθωτούς πουαπασχολούνται σε αυτούς και υπάγονται στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. Ε.Τ.Α.Μ., αμέσωςμετά την πρόσληψη και πριν αυτοί αναλάβουν εργασία. ββ....εε. Επιβάλλεταιπρόστιμο σε βάρος του εργοδότη: ....Για κάθε απασχολούμενο που βρίσκεται ....να απασχολείται  και δεν είναι καταχωρισμένος, όπως ορίζεται στηνυποπερίπτωση αα.....στ. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και ΚοινωνικώνΑσφαλίσεων, ύστερα από πρόταση του Ι.Κ.Α. Ε.Τ.Α.Μ., προσδιορίζεται το ύψος τουπροστίμου για κάθε ακαταχώριστο εργαζόμενο.... Το πρόστιμο δεν μπορεί να ξεπερνάκατ’ άτομο το εικοσιπενταπλάσιο του τεκμαρτού ημερομισθίου της ανώτατηςασφαλιστικής κλάσης, όπως ισχύει κατά την ημερομηνία της επιβολής του ....».«Με την υπ’ αριθ. Φ21/500/1998 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και ΚοινωνικήςΑσφάλισης (Β΄ 313), όπως τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθ. Φ11321/5924/270/2004απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (Β΄ 772), το ύψουςτου προστίμου για την προβλεπομένη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 26 παρ. 9περ. στ΄ υποπερ. αα΄ του ΑΝ 1846/1951 παράβασηορίσθηκε για κάθε έναν μισθωτό στο ποσό των 500 ευρώ.

10. Επειδή, με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 2639/1998 (Α΄205) συνεστήθη στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων υπηρεσία με τοντίτλο «Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.Ε.Π.Ε.)», το οποίο, σύμφωνα με τη διάταξητης παρ. 2 του ίδιου άρθρου, έχει ως κύριο έργο, μεταξύ άλλων, «την επίβλεψηκαι τον έλεγχο της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας», «τηνέρευνα, ανακάλυψη και δίωξη, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, των παραβατώντης εργατικής νομοθεσίας», «την έρευνα, ανακάλυψη και δίωξη, παράλληλα καιανεξάρτητα από τις αστυνομικές αρχές, της παράνομης απασχόλησης» και «τηνέρευνα, παράλληλα και ανεξάρτητα από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, τηςασφαλιστικής κάλυψης των εργαζομένων». Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1του ανωτέρω νόμου το Σ.Ε.Π.Ε. έχει, μεταξύ άλλων, τις εξής αρμοδιότητες: «α. Ναελέγχει όλες τις επιχειρήσεις και γενικότερα κάθε ιδιωτικό ή δημόσιο χώρο όπουυπάρχει υπόνοια ότι απασχολούνται εργαζόμενοι. β. Να προβαίνει σε κάθε είδουςαναγκαία εξέταση, έλεγχο ή έρευνα αναφορικά με τη διαπίστωση της τήρησης καιεφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, της σχετικής με τους όρουςκαι τις συνθήκες εργασίας, ιδίως τα χρονικά όρια εργασίας, την αμοιβή ή άλλεςπαροχές, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων. ... ε. Να λαμβάνει άμεσαδιοικητικά μέτρα, να επιβάλλει τις προβλεπόμενες διοικητικές κυρώσεις. ... στ.Να λαμβάνει άμεσα μέτρα, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, σε περίπτωση πουδιαπιστώσει παράνομη απασχόληση. ζ. ...». Περαιτέρω, στο άρθρο 16 του ανωτέρωνόμου ορίσθηκαν τα ακόλουθα: «1. Στον εργοδότη που παραβαίνει τις διατάξεις τηςεργατικής νομοθεσίας επιβάλλεται με αιτιολογημένη πράξη του αρμόδιουΠροϊσταμένου Διεύθυνσης Κοινωνικής Επιθεώρησης Εργασίας ή Κέντρου ΠρόληψηςΕπαγγελματικού Κινδύνου ή του ελέγξαντος Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας και ύστερααπό προηγούμενη πρόσκληση του εργοδότη για παροχή εξηγήσεων: α. Πρόστιμο γιακαθεμία παράβαση από πεντακόσια (500,00) ευρώ μέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000)ευρώ. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισηςκατηγοριοποιούνται οι παραβάσεις και καθορίζεται το ύψος του προστίμου. β. ...2. ... 6. Διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν ως διοικητικήκύρωση το πρόστιμο κατά τρόπο διάφορο από τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρουαυτού καταργούνται, εκτός από τις διατάξεις που αφορούν την υγεία και τηνασφάλεια των εργαζομένων, οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν...» (το ανωτέρωάρθρο 16 του ν. 2639/1998 καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 14του ν. 3996/2011 - Α΄ 170). Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου16 του ν. 2874/2000 (Α΄ 286) αντικαταστάθηκε το άρθρο 4 του ν.δ.515/1970 «περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών» (Α΄ 95), όπως ίσχυε, ως εξής:«1. Κάθε εργοδότης υπαγόμενος στις διατάξεις του παρόντος υποχρεούται όπως μίαφορά το χρόνο και κατά το χρονικό διάστημα από 15 Σεπτεμβρίου έως 15 Νοεμβρίου,καταθέτει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, στην αρμόδια υπηρεσία του Σ.Ε.Π.Ε. - ΤμήμαΚοινωνικής Επιθεώρησης, εις διπλούν, πίνακα με την επωνυμία, το είδος, τον τόπολειτουργίας και το Α.Φ.Μ. της επιχείρησης, ο οποίος θα περιλαμβάνει τα παρακάτωστοιχεία ενός εκάστου των απασχολούμενων σε αυτή μισθωτών Α. Το ονοματεπώνυμο,ονοματεπώνυμο πατέρα και μητέρας, ηλικία και οικογενειακή κατάσταση (τέκνα). Β.Την ειδικότητα, ημερομηνία πρόσληψης και την τυχόν προϋπηρεσία στην ειδικότητα.Γ. Τον αριθμό κάρτας πρόσληψης (Ο.Α.Ε.Δ.), τον αριθμό μητρώου του Ι.Κ.Α., τοναριθμό βιβλιαρίου ανηλίκων (επί απασχολήσεως ανηλίκων) και τον αριθμό αδείαςεργασίας αλλοδαπού (επί απασχολήσεως αλλοδαπού). Δ. Τα στοιχεία του τεχνικούασφαλείας και του γιατρού εργασίας, καθώς και το ωράριο απασχόλησής τους στηνεπιχείρηση. Ε. Τη διάρκεια εργασίας (ώρες έναρξης και λήξης ημερήσιαςεργασίας), το διάλειμμα και τις διακοπές εργασίας. ΣΤ. Τις πάσης φύσεωςκαταβαλλόμενες αποδοχές. 2. ... 4. Με μέριμνα του εργοδότη το ένα αντίτυπο τουανωτέρω πίνακα παραλαμβάνεται από την υπηρεσία κατάθεσης σφραγισμένο καιαναρτάται σε εμφανές σημείο του τόπου εργασίας χωρίς τη στήλη τωνκαταβαλλόμενων αποδοχών... Το άλλο παραμένει στο αρχείο της υπηρεσίας τουΣ.Ε.Π.Ε. Στο αρχείο των κατατεθειμένων πινάκων των υπηρεσιών του Σ.Ε.Π.Ε. έχειάμεση πρόσβαση η αρμόδια υπηρεσία του Ι.Κ.Α. σε κάθε περίπτωση. 5. (όπωςτελικώς αντικαταστάθηκε με την υποπαρ. ΙΑ.13 εδάφιο 1 του άρθρου πρώτου τουν. 4093/2012 - Α΄ 222) Ο εργοδότης υποχρεούται να καταθέσεισυμπληρωματικούς πίνακες προσωπικού ως προς τα μεταβληθέντα στοιχεία: α) γιατην πρόσληψη νέου εργαζομένου, το αργότερο την ίδια ημέρα της πρόσληψης καιπάντως πριν την ανάληψη υπηρεσίας από τον εργαζόμενο. β) ... 6. ... 7. Οέλεγχος του πίνακα προσωπικού γίνεται σε κάθε στάδιο από την κατάθεση μέχρι τηδιενέργεια επιθεωρήσεων στους χώρους εργασίας όπου ελέγχεται εξαντλητικά». Μετην υπ' αριθ. 2063/Δ1/632/18.2.2011 απόφαση της Υπουργού Εργασίας καιΚοινωνικής Ασφάλισης (Β΄ 266), η οποία εκδόθηκε κατ' επίκληση τηςπροαναφερθείσης διατάξεως του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 2639/1998,με την οποία αντικαταστάθηκε η προηγουμένη υπ' αριθ. 25231/Δ18448/31.12.2010απόφαση της ιδίας Υπουργού (Β΄ 2150), κατηγοριοποιήθηκαν οι παραβάσεις τηςεργατικής νομοθεσίας και καθορίσθηκαν μέθοδοι υπολογισμού των επιβαλλομένωνπροστίμων με τη συνεκτίμηση των προβλεπομένων στην απόφαση αυτή κριτηρίων.Ειδικότερα, στο άρθρο 2 της ανωτέρω υπουργικής απόφασης ορίσθηκε ότι τα βασικάκριτήρια που συνεκτιμώνται για την επιβολή των προβλεπομένων προστίμων είναι ησοβαρότητα της παράβασης, ο αριθμός των εργαζομένων της επιχείρησης, η υποτροπήτης επιχείρησης, ο βαθμός συνεργασίας της και ο αριθμός των εργαζομένων τουςοποίους αφορά η διαπιστωθείσα παράβαση, ενώ στο παράρτημα Ι της ανωτέρωαποφάσεως αναφέρονται οι παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, η τέλεση των οποίωνεπισύρει την κύρωση του προστίμου. Ειδικότερα, στην ενότητα Β΄ του εν λόγωπαραρτήματος αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ως βασικές παραβάσεις i) η μη ανάρτησηπίνακα προσωπικού και ωρών εργασίας (άρθρο 16 παρ. 4 του ν. 2874/2000),η οποία χαρακτηρίζεται, από πλευράς σοβαρότητος, ως «χαμηλή», ii) η μη κατάθεσηπίνακα προσωπικού και ωρών εργασίας (άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2874/2000),η οποία χαρακτηρίζεται ως «πολύ υψηλή» και iii) η μη κατάθεση πίνακα προσωπικούκαι ωρών εργασίας σε περίπτωση προσλήψεως νέων εργαζομένων (άρθρο 16 παρ. 5 εδ.α΄ του ν. 2874/2000), η οποία χαρακτηρίζεται ως «πολύ υψηλή».

11. Επειδή, στη συνέχεια, εκδόθηκε ο ν. 3996/2011 «Αναμόρφωσητου Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, ρυθμίσεις θεμάτων Κοινωνικής Ασφάλισης καιάλλες διατάξεις» (Α΄ 170) στον οποίο ορίζονται τα εξής: Άρθρο 1 «Συνιστάται στοΥπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας(Σ.Ε.Π.Ε.), το οποίο υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Εργασίας και ΚοινωνικήςΑσφάλισης...» Άρθρο 2 «1. Έργο του Σ.Ε.Π.Ε. είναι η επίβλεψη και ο έλεγχος τηςεφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, η έρευνα της ασφαλιστικήςκάλυψης και παράνομης απασχόλησης των εργαζομένων, η συμφιλίωση και επίλυση τωνεργατικών διαφορών... 2. Για την εκτέλεση του έργου του, το Σ.Ε.Π.Ε. έχει τιςεξής αρμοδιότητες: α. Επιθεωρεί και ελέγχει τους χώρους εργασίας με κάθεπρόσφορο μέσο, προβαίνει σε κάθε είδους αναγκαία εξέταση και έλεγχο σε όλες τιςεπιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις πρωτογενούς, δευτερογενούς και τριτογενούςτομέα και γενικότερα σε κάθε ιδιωτικό ή δημόσιο χώρο εργασίας ή εκμετάλλευσης ήχώρο όπου πιθανολογείται ότι απασχολούνται εργαζόμενοι ... και επιβλέπει τηντήρηση και εφαρμογή: αα) ... γγ) των διατάξεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας τηςσχετικής με την ασφαλιστική κάλυψη των εργαζομένων, την αδήλωτη εργασία και τηνπαράνομη απασχόληση, δδ) ... β. Ερευνά, ανακαλύπτει, εντοπίζει και διώκει, σύμφωναμε τις κείμενες διατάξεις, παράλληλα και ανεξάρτητα από άλλες Αρχές καιΟργανισμούς, τους παραβάτες των υποπεριπτώσεων αα έως εε της περίπτωσης α. γ.... δ. Ερευνά οποιαδήποτε ώρα κατά τη διάρκεια της ημέρας ή της νύχτας τουςχώρους εργασίας, όταν κρίνει αναγκαίο, χωρίς προειδοποίηση προς τον εργοδότη,και έχει ελεύθερη πρόσβαση σε οποιοδήποτε από τα βιβλία, μητρώα, έγγραφα,αρχεία και κάθε άλλου είδους στοιχείο που τηρούνται από την επιχείρηση,λαμβάνει αντίγραφα, καθώς και έχει πρόσβαση στη δομή της παραγωγικήςδιαδικασίας. ...» Άρθρο 23 «1. Αν διαπιστώσει παραβίαση των διατάξεων τηςεργατικής νομοθεσίας και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, το Σ.Ε.Π.Ε. είτεχορηγεί κατά την κρίση του εύλογη προθεσμία για συμμόρφωση προς τις εν λόγωδιατάξεις, είτε λαμβάνει άμεσα διοικητικά μέτρα και επιβάλλει τις προβλεπόμενεςδιοικητικές κυρώσεις. ...» Άρθρο 24 «1. (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23παρ. 6α του ν. 4144/2013 - Α΄ 88) Στον εργοδότη που παραβαίνει τιςδιατάξεις της εργατικής νομοθεσίας επιβάλλεται ύστερα από προηγούμενη πρόσκλησηγια παροχή εξηγήσεων Α. Πρόστιμο για καθεμία παράβαση από τριακόσια (300) ευρώμέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ με αιτιολογημένη πράξη είτε του αρμόδιουΠροϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης κατόπιν σχετικής εισήγησης του ΕπιθεωρητήΕργασίας που διενήργησε τον έλεγχο είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου ΠεριφερειακήςΔιεύθυνσης Επιθεώρησης κατόπιν σχετικής εισήγησης του αντίστοιχου ΠροϊσταμένουΤμήματος Επιθεώρησης είτε του Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τονέλεγχο Β. Προσωρινή διακοπή της λειτουργίας συγκεκριμένης παραγωγικήςδιαδικασίας ή τμήματος ή τμημάτων της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης για χρονικόδιάστημα μέχρι τριών ημερών. ... 2. ... 3. (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23παρ. 6δ του ν. 4144/2013) Στο άρθρο 20 του ν. 3418/2005 (Α΄ 87) προστίθεταιπαράγραφος 4 ως εξής: 4. Για την επιβολή των παραπάνω διοικητικών κυρώσεωνσυνεκτιμώνται η σοβαρότητα της παράβασης, η τυχόν επαναλαμβανόμενη μησυμμόρφωση στις υποδείξεις των αρμόδιων οργάνων, οι παρόμοιες παραβάσεις γιατις οποίες έχουν επιβληθεί κυρώσεις στο παρελθόν, ο βαθμός υπαιτιότητας, οαριθμός των εργαζομένων, το μέγεθος της επιχείρησης, ο αριθμός των εργαζομένωνπου θίγονται. ... 4. Προκειμένου περί των κάτωθι ευθέως αποδεικνυομένωνπαραβιάσεων της νομοθεσίας, επιβάλλεται κατά περίπτωση διοικητική κύρωση τηςπαρ. 1 περίπτωση Α΄ ή/και της παρ. 3 του άρθρου 26, μόλις αυτές διαπιστωθούνκατά δέσμια αρμοδιότητα του Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο: α.στις περιπτώσεις της παρ. 3 του άρθρου 26 και β. στις εξής περιπτώσεις: αα. μηανάρτηση πίνακα προσωπικού και προγράμματος ωρών εργασίας, ββ. μη επίδειξηβιβλίου αδειών, γγ. μη επίδειξη ειδικού βιβλίου υπερωριών, δδ. μη επίδειξηβιβλίου ημερήσιων δελτίων απασχολούμενου προσωπικού οικοδομικών και τεχνικώνέργων, εε. μη ανάρτηση κανονισμού εργασίας σε υπόχρεες επιχειρήσεις, στστ. μηεπίδειξη εντύπων όρων ατομικών συμβάσεων εργασίας του προσωπικού, ζζ. μηεπίδειξη εκκαθαριστικών σημειωμάτων αποδοχών προσωπικού για το τελευταίοτουλάχιστον τρίμηνο, ηη. μη χρήση ή/και μη χορήγηση Μέσων Ατομικής Προστασίας(ΜΑΠ) σε οικοδομικές εργασίες, θθ. μη επίδειξη της απαιτούμενης άδειας σεχειριστές Μηχανημάτων Έργου, ιι. μη επίδειξη πιστοποιητικού απαλλαγής από επικίνδυνααέρια σε ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες, ιαια. μη επίδειξη πιστοποιητικούελέγχου ανυψωτικών μηχανημάτων, ιβιβ. μη επίδειξη του βιβλίου δρομολογίων τωνοδηγών φορτηγών αυτοκινήτων και οδηγών τουριστικών λεωφορείων και ιγιγ. μηεπίδειξη του βιβλιαρίου εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων. Με απόφασητου Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζεται κάθε θέμα σχετικό μετην εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, η συμπλήρωση των παραβάσεων όσο και ηεισαγωγή εξαιρέσεων από αυτή. 5. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας καιΚοινωνικής Ασφάλισης κατηγοριοποιούνται οι παραβάσεις, καθορίζεται καιανακαθορίζεται το ύψος του προστίμου σε περίπτωση παραβίασης της εργατικήςνομοθεσίας ... και προσδιορίζονται συγκεκριμένα ποσά ανά παράβαση της περίπτωσηςβ της παραγράφου 4. 6. Η πράξη επιβολής προστίμου κατά τα ανωτέρω κοινοποιείταιμε απόδειξη στον παραβάτη. Κατά της πράξης επιβολής προστίμου ασκείται προσφυγήουσίας μέσα σε εξήντα ημέρες από την κοινοποίησή της ενώπιον του ΔιοικητικούΠρωτοδικείου... Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκηση αυτής δεναναστέλλουν την εκτέλεση της πράξης επιβολής προστίμου. Η αρμόδια υπηρεσία τουΣ.Ε.Π.Ε. βεβαιώνει το ποσό του επιβληθέντος προστίμου, το οποίο εισπράττεταιαπό την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ως δημόσιο έσοδο. ... 9. Η υπ'αριθ. 2063/Δ1/632/2011 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης(Β΄ 266), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 16 του ν. 2639/1998 ...καθώς και οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, όπως του ν. 3850/2010,περί επιβολής κυρώσεων από τους Επιθεωρητές Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασίαεξακολουθούν να ισχύουν μέχρι εκδόσεως των υπουργικών αποφάσεων που ρυθμίζουνκατά τρόπο διάφορο την κατηγοριοποίηση, τη διαδικασία, τα κριτήρια και το ύψοςτων επιβαλλόμενων προστίμων σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Μετά την έκδοση τωνυπουργικών αποφάσεων του παρόντος άρθρου καταργείται κάθε αντίθετη διάταξη πουρυθμίζει κατά τρόπο διαφορετικό την κατηγοριοποίηση των προστίμων, τα κριτήρια,το ύψος και τη διαδικασία επιβολής αυτών. 10. ...» Άρθρο 32 «1. ... 7. Όπουστον παρόντα νόμο αναφέρεται ο όρος "αδήλωτη εργασία” νοούνται όλες οιαμειβόμενες δραστηριότητες που είναι νόμιμες ως προς τη φύση τους, αλλά δενδηλώνονται στις δημόσιες αρχές, κατά παράβαση των ισχυουσών διατάξεων».

12. Επειδή, κατ' επίκληση των προαναφερθεισών εξουσιοδοτικών διατάξεων τουάρθρου 24 παρ. 4 και 5 του ν. 3996/2011,εκδόθηκε η υπ' αριθ. 27397/122/19.8.2013 κοινήαπόφαση του Υπουργού και του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης καιΠρόνοιας «Επιβολή διοικητικών κυρώσεων για τις ευθέως αποδεικνυόμενεςπαραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας, κατά δέσμια αρμοδιότητα του ΕπιθεωρητήΕργασίας» (Β΄ 2062), η οποία άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 5 αυτής, από15.9.2013. Στο άρθρο 1 της απόφασης αυτής ορίζονται τα εξής: «α) ΕιδικόςΕπιθεωρητής ή Επιθεωρητής Εργασίας που διαπιστώνει τη μη αναγραφή εργαζομένουστον ισχύοντα πίνακα προσωπικού που τηρείται από τον εργοδότη, επιβάλλειδιοικητική κύρωση (πρόστιμο) σύμφωνα με το άρθρο 3 της παρούσης, κατά δέσμιααρμοδιότητα, χωρίς προηγούμενη πρόσκλησή του για παροχή εξηγήσεων ως κατωτέρω:Παράβαση: Μη αναγραφή εργαζομένου στον πίνακα προσωπικού. Επιβαλλόμενοπρόστιμο: ο κατώτατος νόμιμος νομοθετημένος μισθός, μη προσαυξημένος για κάθετριετία προϋπηρεσίας επί (18) δεκαοκτώ μήνες εργασίας για κάθε αδήλωτο -εργαζόμενο - υπάλληλο και το κατώτατο νόμιμο νομοθετημένο ημερομίσθιο, μηπροσαυξημένο για κάθε τριετία προϋπηρεσίας επί τετρακόσιες τρεις (403) ημέρεςεργασίας για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο - εργατοτεχνίτη, ανάλογα με την ηλικιακήδιάκριση που θεσπίζει η υποπαράγραφος ΙΑ11 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012».Περαιτέρω, σύμφωνα με τον περιεχόμενο στην ίδια διάταξη πίνακα, για κάθεαδήλωτο υπάλληλο ηλικίας άνω των 25 ετών, ο οποίος λαμβάνει μηνιαίο μισθό568,08 ευρώ προβλέπεται επιβολή προστίμου σε βάρος του εργοδότη ύψους 10.549,44ευρώ (568,08 × 18 μήνες εργασίας), ενώ για κάθε αδήλωτο υπάλληλο ηλικίας κάτωτων 25 ετών, ο οποίος λαμβάνει μισθό 510,95 ευρώ το επιβαλλόμενο πρόστιμοανέρχεται σε 9.197,10 ευρώ (510,95 × 18 μήνες εργασίας). Στο άρθρο 2 τηςανωτέρω αποφάσεως ορίζονται τα πρόστιμα, τα οποία επιβάλλονται κατά δεσμίααρμοδιότητα σε βάρος του εργοδότου, χωρίς προηγούμενη πρόσκλησή του για παροχήεξηγήσεων, σε περίπτωση τέλεσης των παραβάσεων που αναφέρονται στις διατάξειςτων παρ. 4 εδ. β΄ και 7 του άρθρου 24 του ν. 3996/2011.Τέλος, στο άρθρο 3 της ίδιας ως άνω απόφασης ορίζεται ότι: α) Για την επιβολήτων ανωτέρω κυρώσεων (προστίμων) των άρθρων 1 και 2 της παρούσας, συντάσσεταικαι επιδίδεται επί τόπου Δελτίο Ελέγχου, με το οποίο βεβαιώνεται το είδος τηςπαράβασης, και συντάσσεται και επιδίδεται άμεσα, και όχι αργότερα από πέντε (5)ημέρες από το Δελτίο Ελέγχου, Πράξη Επιβολής Προστίμου, με την οποίαπροσδιορίζεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα ανωτέρω άρθρα 1 και 2 της παρούσης,το ύψος της κύρωσης (προστίμου) που αντιστοιχεί στη βεβαιωθείσα παράβαση. Ηπράξη επιβολής προστίμου κατά τα ανωτέρω κοινοποιείται, με απόδειξη, στονπαραβάτη. β) Η Πράξη Επιβολής Προστίμου, για την επιβολή των ανωτέρω κυρώσεωντων άρθρων 1 και 2 της παρούσας από τον αρμόδιο Επιθεωρητή Εργασίας, αποτελείνόμιμο τίτλο για την είσπραξη του προστίμου. Το πρόστιμο καταβάλλεται στηναρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) και εισπράττεται ως δημόσιο έσοδο,σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, όπως ισχύει,μέσα σε προθεσμία δέκα εργασίμων ημερών (10) από την ημερομηνία επίδοσης της ΠράξηςΕπιβολής Προστίμου γ) ... δ) Κατά της Πράξης Επιβολής Προστίμου ασκείταιπροσφυγή ουσίας ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Πρωτοδικείου μέσα σε εξήνταημέρες από την επίδοσή της. Μέσα στην ίδια προθεσμία η προσφυγή κοινοποιείταιμε μέριμνα του προσφεύγοντος και με ποινή απαραδέκτου στην αρμόδια υπηρεσία τουΣ.Ε.Π.Ε. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκηση αυτής δεναναστέλλουν την εκτέλεση της πράξης επιβολής προστίμου».

13. Επειδή, το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζει ότι: «Ύστερα από πρότασητου αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδικήεξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της. Εξουσιοδότηση για την έκδοσηκανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου ναρυθμιστούν ειδικότερα θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ήλεπτομερειακό». Με τις συνταγματικές αυτές διατάξεις παρέχεται στον κοινόνομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα προς θέσπιση κανόνωνδικαίου στην εκτελεστική εξουσία. Ειδικότερα, τίθεται ο κανόνας (εδάφιο πρώτο)ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ωςαρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος ασκεί τη μεταβιβαζόμενη αρμοδιότηταμε την έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων. Η νομοθετική εξουσιοδότηση πρέπει ναείναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό τουαντικειμένου της και να καθορίζει τα όριά της σε σχέση προς αυτό. Περαιτέρω, μετη διάταξη του δευτέρου εδαφίου του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2 του ίδιουάρθρου του Συντάγματος επιτρέπεται η εξουσιοδότηση για την έκδοση κανονιστικώνπράξεων από άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοικήσεως,προκειμένου να ρυθμισθούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή μεχαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό. Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα ταοποία αποτελούν μερικότερη περίπτωση του θέματος που αποτελεί το αντικείμενοτων ουσιαστικών ρυθμίσεων του εξουσιοδοτικού νόμου, καθώς και της λοιπήςσχετικής νομοθεσίας (ΣτΕ 1210/2010 Ολομ., 780, ΣτΕ 1722/2014, ΣτΕ 2575/2015,ΣτΕ 652/2016 Ολομ., ΣτΕ 669/2016, ΣτΕ 1240/2016, ΣτΕ 1749/2016 Ολομ.).

14. Επειδή, με τη μνημονευθείσα στη σκέψη 11 διάταξη του άρθρου 24 παρ. 4 εδ.β΄ του ν. 3996/2011 παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Εργασίαςκαι Κοινωνικής Ασφάλισης να καθορίσει, συμπληρωματικώς, και άλλες, πέραν τωναναφερομένων στο εδάφιο α΄ της ανωτέρω διάταξης «ευθέως αποδεικνυόμενες»παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, η τέλεση των οποίων επισύρει την επιβολή,κατά δεσμία αρμοδιότητα του διενεργήσαντος τον σχετικό έλεγχο Επιθεωρητή Εργασίας,της διοικητικής κύρωσης του προστίμου σε βάρος του εργοδότου, κατά τα οριζόμεναστη διάταξη της παρ. 1 του ίδιου ως άνω άρθρου. Προκειμένου δε να χαρακτηρισθείαπό τον κανονιστικό νομοθέτη μία παράβαση της εργατικής νομοθεσίας ως «ευθέωςαποδεικνυόμενη, αρκεί αυτή να έχει τον χαρακτήρα της τυπικής παράβασης, αρκεί,δηλαδή, η εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου απλή διαπίστωση των αντικειμενικώνστοιχείων κατά τη διάρκεια του επιτόπιου ελέγχου. Η εν λόγω εξουσιοδότησηπεριέχει συγκεκριμένο προσδιορισμό των θεμάτων που μπορεί να ρυθμίσει οΥπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και, ειδικότερα, παρέχεται σε αυτόνη αρμοδιότητα να καθορίσει και άλλες τέτοιου είδους παραβάσεις. Η ανωτέρωεξουσιοδοτική διάταξη, ανεξαρτήτως του εύρους της, δεν είναι γενική και αόριστηως εκ του ότι δεν αναφέρονται σε αυτή συγκεκριμένα κριτήρια που πρέπει ναπληρούνται, ώστε να στοιχειοθετούνται οι εν λόγω παραβάσεις. Συνεπώς, η ανωτέρωεξουσιοδότηση, με την οποία καθορίζεται κατά συγκεκριμένο τρόπο, το πεδίοασκήσεως της κανονιστικής αρμοδιότητος του Υπουργού Εργασίας και ΚοινωνικήςΑσφάλισης, είναι ειδική και ορισμένη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη τουάρθρου 43 παρ. 2 εδ. α΄ του Συντάγματος. Περαιτέρω, το θέμα για το οποίοπαρέχεται η ως άνω εξουσιοδότηση, ήτοι η συμπλήρωση των «ευθέωςαποδεικνυομένων» παραβάσεων της εργατικής νομοθεσίας, αποτελεί ειδικότερα θέμα,το οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. β΄ του Συντάγματοςμπορεί να ανατεθεί σε άλλο, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανο τηςΔιοικήσεως, δεδομένου ότι η ουσιαστική ρύθμιση του αντικειμένου τηςεξουσιοδότησης, δηλαδή ο καθορισμός των «ευθέως αποδεικνυομένων» παραβάσεων τηςεργατικής νομοθεσίας περιέχεται κατά βάση στη διάταξη του εδαφίου α΄ της παρ. 4του άρθρου 24 του ν. 3996/2011,η συμπλήρωση δε αυτών αποτελεί ειδικότερη ρύθμιση. Συνεπώς, η ανωτέρωεξουσιοδότηση είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 2 τουΣυντάγματος.

15. Επειδή, όπως προαναφέρθηκε, στη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 4 του ν. 3996/2011 αναφέρονταιορισμένες παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, οι οποίες χαρακτηρίζονται από τονομοθέτη ως «ευθέως αποδεικνυόμενες», παρέχεται δε η εξουσιοδότηση στον ΥπουργόΕργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης να συμπληρώσει με απόφασή του τις εν λόγωπαραβάσεις. Μεταξύ των παραβάσεων αυτών περιλαμβάνεται και η μη ανάρτηση πίνακαπροσωπικού στον τόπο όπου οι εργαζόμενοι παρέχουν την εργασία τους. Με τηδιάταξη του άρθρου 1 της υπ’ αριθ. 27397/122/19.8.2013 κοινήςαπόφασης του Υπουργού και του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καιΠρόνοιας, ορίζεται ότι η μη αναγραφή εργαζομένου στον πίνακα προσωπικού συνιστάευθέως αποδεικνυόμενη παράβαση της εργατικής νομοθεσίας, η οποία επισύρει τηνκύρωση χρηματικού προστίμου. Κατά την έννοια δε της ανωτέρω διατάξεως με αυτήθεσπίζεται μαχητό τεκμήριο ότι ο αναφερόμενος από τον επιθεωρητή Εργασίας ωςεργαζόμενος, ο οποίος δεν αναγράφεται στον πίνακα προσωπικού, συνδέεται μεεργασιακή σχέση με τον εργοδότη, ο οποίος δύναται να ανατρέψει το τεκμήριο αυτόμε την άσκηση της προβλεπόμενης από το άρθρο 24 παρ. 6 του ν. 3996/2011 προσφυγήςενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Πρωτοδικείου, αποδεικνύοντας ότι ουδεμία σχέσηεργασίας τον συνδέει με το πρόσωπο το οποίο ο Επιθεωρητής Εργασίας θεώρησε ωςμισθωτό του, με συνέπεια να του αποδώσει την παράβαση της εργατικής νομοθεσίαςπερί μη αναγραφής του στον πίνακα προσωπικού. Με το περιεχόμενο αυτό, ηπροαναφερθείσα διάταξη, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με το πλαίσιο που συνθέτουνοι κατωτέρω αναφερόμενες διατάξεις των συναφών νομοθετημάτων, κείται εντός τωνορίων της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 24 παρ. 4 του ν. 3996/2011.Τούτο δε διότι: α) η εν λόγω παράβαση πληροί την προϋπόθεση της τυπικήςπαράβασης, καθόσον ερείδεται στην απλή διαπίστωση του αντικειμενικού γεγονότοςτης μη καταχώρισης του εργαζομένου στον τηρούμενο στην επιχείρηση πίνακαπροσωπικού, β) η ίδια ως άνω παράβαση αποτελεί εξειδίκευση της θεσπιζομένης απότο άρθρο 16 παρ. 1, 4 του ν. 2874/2000 υποχρέωσηςτου εργοδότου να αναρτά σε εμφανές σημείο του τόπου εργασίας των απασχολούμενωνσε αυτόν μισθωτών πίνακα με πλήρες περιεχόμενο, περιέχοντα τα οριζόμενα από τονόμο στοιχεία (ονοματεπώνυμο, ονοματεπώνυμο πατέρα και μητέρα, οικογενειακήκατάσταση, ειδικότητα, ημερομηνία πρόσληψης) των εργαζομένων και γ) ηπροαναφερθείσα παράβαση έχει άμεση σχέση με τη θεσπιζόμενη από το άρθρο 26 παρ.9 περ. στ΄ του ΑΝ 1846/1951, όπως ίσχυε, υποχρέωσης του εργοδότου να καταχωρίσεισε ειδικό βιβλίο τους νεοπροσλαμβανόμενους από αυτόν εργαζομένους.

16. Επειδή, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητος, που κατοχυρώνεται ρητώς απότο Σύνταγμα (άρθρο 25 παρ. 1), οι επιβαλλόμενοι περιορισμοί στην άσκηση τωνατομικών δικαιωμάτων πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξητου επιδιωκόμενου από τη ρύθμιση σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Κατά τονδιενεργούμενο δε δικαστικό έλεγχο, μία κύρωση επιβαλλόμενη από διάταξη νόμουγια παράβαση διατάξεως, τότε μόνο αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητος, ότανείναι προδήλως ακατάλληλη για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, ή όταν οιδυσμενείς συνέπειές της τελούν σε προφανή δυσαναλογία ή υπερακοντίζουν τονεπιδιωκόμενο σκοπό (ΣτΕ 990/2004 Ολομ., ΣτΕ 3474/2011 Ολομ., ΣτΕ 1195/2016Ολομ.).

17. Επειδή, με τη μνημονευθείσα στη σκέψη 11 διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5 τουν. 3996/2011 παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Εργασίαςκαι Κοινωνικής Ασφάλισης να προσδιορίσει με απόφασή του το ύψος του προστίμουπου επιβάλλεται στον εργοδότη σε περίπτωση που υποπέσει σε κάποια από τιςευθέως αποδεικνυόμενες παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, μεταξύ των οποίωνπεριλαμβάνεται, κατά τα προαναφερθέντα, και η παράβαση της μη αναγραφήςεργαζομένου στον πίνακα προσωπικού, η οποία προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου1 περ. α΄ της υπ’ αριθ. 27397/122/19.8.2013κοινήςαπόφασης του Υπουργού και του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης καιΠρόνοιας. Στην τελευταία αυτή διάταξη προβλέπεται ότι το ύψος του προστίμου πουεπιβάλλεται σε βάρος του εργοδότη για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο ηλικίας άνω των25 ετών, ο οποίος λαμβάνει μηνιαίο μισθό 568,08 ευρώ, προσδιορίζεται στο ποσότων 10.549,44 ευρώ (568× 18 μήνες εργασίας).

18. Επειδή, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1 περ. α΄ της υπ’ αριθ. 27397/122/19.8.2013 κοινήςαπόφασης του Υπουργού και του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης καιΠρόνοιας έχει υπαγορευθεί από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, οιοποίοι συνίστανται στην αποτελεσματική καταπολέμηση του φαινομένου της αδήλωτηςεργασίας, η οποία αφενός μεν παραβιάζει τα βασικά δικαιώματα των εργαζομένων,με συνέπεια να μεταπίπτει η εργασία από κοινωνικό λειτούργημα σε αντικείμενοεμπορίας, αφετέρου δε στερεί από τα ασφαλιστικά ταμεία, σημαντικά έσοδα, μεσυνέπεια την αποδυνάμωση του ασφαλιστικού συστήματος, ιδιαιτέρως κατά τηνπερίοδο της σοβαρής δημοσιονομικής κρίσης που διέρχεται η Χώρα. Πράγματι, όπωςπροκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του ν. 3996/2011,η αδήλωτη εργασία ανήρχετο σε ποσοστό 20%, ενώ η απώλεια εσόδων από ταασφαλιστικά ταμεία λόγω της εισφοροδιαφυγής ανήλθε σε 6 δις ευρώ ετησίως.Περαιτέρω, η αδήλωτη εργασία, η οποία στερεί και από το Κράτος σημαντικάφορολογικά έσοδα, αποτελεί στρεβλωτικό παράγοντα της οικονομίας, καθόσοννοθεύει τον υγιή ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων, με τη διαμόρφωση συνθηκώναθεμίτου ανταγωνισμού. Εν όψει τούτων, η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1περ. α΄ της υπ’ αριθ. 27397/122/19.8.2013 κοινήςαπόφασης του Υπουργού και του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης,κατά το μέρος που με αυτή προσδιορίζεται το επιβαλλόμενο στον εργοδότη πρόστιμογια κάθε αδήλωτο εργαζόμενο ηλικίας άνω των 25 ετών στο ποσό των 10.549,44ευρώ, δεν αντίκειται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματοςαρχή της αναλογικότητος. Και τούτο διότι με τη διάταξη αυτή δεν θεσπίζεταικύρωση προδήλως απρόσφορη, ούτε η προβλεπόμενη κύρωση υπερακοντίζει τονεπιτακτικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος, τον οποίο αποβλέπει να εξυπηρετήσει,δηλαδή την αντιμετώπιση της αδήλωτης εργασίας, δεδομένου ότι με το σοβαρό ύψοςτου προβλεπόμενου προστίμου επιδιώκεται τόσο ο αυστηρός κολασμός τουσυγκεκριμένου παραβάτη, όσο και η αποτροπή της παράνομης πρακτικής της αδήλωτηςεργασίας από τους λοιπούς εργοδότες. Κατ’ ακολουθίαν το καθοριζόμενο από τηνανωτέρω διάταξη του άρθρου 1 περ. α΄ της υπ’ αριθ. 27397/122/19.8.2013 κοινήςαπόφασης του Υπουργού και του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης καιΠρόνοιας πρόστιμο των 10.549,44 ευρώ δεν δύναται, να θεωρηθεί ως προδήλωςδυσανάλογο για την επίτευξη του προαναφερθέντος σκοπού δημοσίου συμφέροντος, ενόψει της σπουδαιότητος του διακυβευόμενου αγαθού της καταπολέμησης τουφαινομένου της αδήλωτης εργασίας, με τις εκτεθείσες σοβαρότατες για τουςεργαζόμενους, το ασφαλιστικό σύστημα και τα δημόσια έσοδα δυσμενείς συνέπειες.Τέλος, το ύψος του εν λόγω προστίμου ευλόγως συναρτάται με το υψηλό ποσοστό στοοποίο, κατά τα προαναφερθέντα, έχει ανέλθει η αδήλωτη εργασία, ο δε αριθμός των18 μηνών που τίθεται ως πολλαπλασιαστής για τον προσδιορισμό του και κατά τηνεκτίμηση του κανονιστικού νομοθέτη, η οποία δεν αμφισβητείται, αποτελεί τονχρόνο που οι εργαζόμενοι απασχολούνται, κατά μέσο όρο, χωρίς να έχουν δηλωθεί,δεν δύναται να θεωρηθεί ότι αποτελεί κριτήριο απρόσφορο για τον προσδιορισμότου προστίμου σε ποσό που εξυπηρετεί τον επιδιωκόμενο σκοπό της πάταξης τηςαδήλωτης εργασίας, ή ότι υπερακοντίζει, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας,τον ανωτέρω σκοπό. Κατά τη γνώμη, όμως, του Συμβούλου Η. Μάζου, η επιβολή τουπροστίμου αποτελεί πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του δημοσίουσυμφέροντος σκοπού της καταπολέμησης της αδήλωτης εργασίας. Ο καθορισμός, όμως,του προστίμου, με την επίμαχη κοινή υπουργική απόφαση, προκειμένου για αδήλωτοεργαζόμενο ηλικίας άνω των 25 ετών, σε 10.549,44 ευρώ, ποσό το οποίο προκύπτειαπό τον πολλαπλασιασμό 18 μηνών εργασίας επί μισθό 568,08 ευρώ, αντίκειται στηναρχή της εν στενή εννοίας αναλογικότητος, λαμβανομένων υπ’ όψιν των συνεπειώντης επιβολής του προστίμου σε μικρές επιχειρήσεις, δοθέντος μάλιστα ότι ηεπιλογή 18 μηνών εργασίας, ως στοιχείου υπολογισμού του προστίμου, δεντεκμηριώνεται από τα στοιχεία του φακέλου και παρίσταται, ως εκ τούτου,αυθαίρετη.


Πηγή: Διοικητικοί Δικαστές (http://www.ddikastes.gr/)